Τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς “δεξιά” “αριστερά” συνηθίζουμε στην χώρα μας να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυσκεφτόμαστε το περιεχόμενο τους, τις θεωρούμε αυτονόητες πολιτικές έννοιες έχοντας μια αυτόματη και απλή ερμηνεία, τις αντιλαμβανόμαστε σχεδόν διαισθητικά και μάλιστα με τόση σαφήνεια, ώστε με βάση αυτόν τον απλό τρόπο σκέψης και έκφρασης μπορούμε να κατηγοριοποιούμαι καθεστώτα και ανθρώπους.
Για την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας μας, υπάρχει η απλή εντύπωση ότι “δεξιό” είναι κάθε πολιτικό σύστημα που εξυπηρετεί τους πλούσιους εις βάρος των φτωχών, ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που βοηθά τους ανήμπορους και στρέφεται κατά των πλουσίων.
Τα τελευταία πάντως πέντε-έξη χρόνια σε πάρα πολλούς Έλληνες έχει γεννηθεί μια νέα τάση, η οποία τους οδηγεί να αντιλαμβάνονται τις έννοιες “αριστερά” – “δεξιά” με βάση το δίπολο “ισότητα” – “ελευθερία”, η αντιστοίχιση όμως αυτών των δύο εννοιών με τους αντίστοιχους χαρακτηρισμούς, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται, αφού υπάρχει ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπουμε και αυτό αφορά τον διαχωρισμό, κατά περίπτωση, ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική διάσταση των όρων “ισότητα”- “ελευθερία”, διότι με την χρήση αυτού του κριτηρίου, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά “αριστερό” προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά “δεξιό”.
Η πολιτική διάσταση σχετίζεται με το ποιος “είμαι”.
Η οικονομική διάσταση με το τι “έχω”.
Έτσι, τόσο η “ελευθερία”, όσο και η “ισότητα”, μπορούν να αντιστοιχηθούν με τους όρους “αριστερά” “δεξιά” με δύο διαφορετικές θεωρήσεις, την “πολιτική ελευθερία” και την “οικονομική ελευθερία”.
“Πολιτική ελευθερία” σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην θρησκευτική πίστη, στον προφορικό και γραπτό πολιτικό λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη.
“Οικονομική ελευθερία” σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό, σημαίνει ότι η ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού, βάσει θεσμοθετημένων κανόνων αλλά χωρίς απαραίτητα να διασφαλίζονται τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Αυτό το είδος ελευθερίας απαιτεί ελάχιστη κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.
Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση (έως και πλήρη εξάλειψη) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συντελεστεί με φυσικό και αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μία τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε, δημιουργία κράτους πρόνοιας, ή και να συμβαίνει το αντίθετο, όπως στην Αμερική του 2026 στην περίπτωση οικονομικής ανισότητας να μην αναγνωρίζονται, η να παρεμβάλλονται εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στην δημόσια υγεία, όπως καταφάνηκε πρόσφατα με την προσπάθεια Trump να καταργήσει το νόμο της υπάρχουσας στην Αμερική, από την εποχή Obama, κρατικής πρόνοιας για την υγεία. Στην επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε από τους Ρεπουμπλικάνους τον Ιούνιο του 2025 επιτέθηκαν με δριμύτητα κατά του νόμου κοινωνικής πρόνοιας του Obama στο Κογκρέσο. Η αντίδραση του Trump μετά την επανεκλογή του δεν ήταν να καταργήσει άμεσα το “Obamacare” με μία μονοκονδυλιά (κάτι που θα προκαλούσε πολιτικό χάος στην Αμερική), αλλά με έξυπνο τρόπο να περιορίσει τη δημόσια χρηματοδότησή του, οδηγώντας τον κόσμο προς ιδιωτικές, με λιγότερες και ανεπαρκείς παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας. Η πιο διαβόητη και κωμική συγχρόνως επιχειρηματολογία κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο Κογκρέσο, προήλθε από τον John Mica μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, εκπροσωπώντας τη Florida State USA, ο John Mica είπε : “Κύριε Πρόεδρε εκπροσωπώ την 7η περιφέρεια της πολιτείας Φλόριντα όπου έχουμε πολλές λίμνες. Αν επισκεφθείτε αυτές τις περιοχές, μπορεί να δείτε πινακίδες που γράφουν: “Μην ταΐζετε τους αλιγάτορες”. Έχουμε βάλει αυτές τις προειδοποιήσεις γιατί αν αφεθούν σε φυσική κατάσταση, οι αλιγάτορες μπορούν μόνοι τους να φροντίσουν τον εαυτό τους, μπορούν να δουλεύουν, να μαζεύουν φαγητό και να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα μικρά τους, τοποθετούμε αυτές τις πινακίδες επειδή η ανθρώπινη φροντίδα των αλιγατόρων τους δημιουργούν εξάρτηση. Όταν η εξάρτηση ξεκινά, αυτοί οι κατά τα άλλα αρτιμελείς αλιγάτορες δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν μόνοι τους. Ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν είναι αλιγάτορες, αλλά σας δηλώνω κατηγορηματικά ότι με το σημερινό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που μας φιλοδώρησε ο Obama, έχουμε αναστατώσει την ανθρώπινη τάξη πραγμάτων εδώ στην Αμερική. Αποτύχαμε να κατανοήσουμε πολλά προειδοποιητικά σημάδια. Με το ασφαλιστικό σύστημα Obamacare δημιουργήσαμε στους πολίτες της κατώτερης τάξης ένα αποτρόπαιο σύστημα εξάρτησης.
Στις 6 Μαΐου 2012, μπήκε για πρώτη φορά στη Βουλή των Ελλήνων η Χρυσή Αυγή, εξασφαλίζοντας 21 έδρες με ποσοστό 6,97%.
Το φαινόμενο προκάλεσε ανησυχία στους πιστούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η άνοδο της ακροδεξιάς όχι μόνο στην Ευρώπη (στη Γαλλία μάλιστα διεκδίκησε με αξιώσεις την εξουσία), αλλά και στην Αμερική όπου ο Trump, μέσα σε ένα χρόνο, αφού διπλασίασε σχεδόν την τιμή της βενζίνης, πήγε τη Αμερική μισό αιώνα πίσω σε ότι αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα.
Στο οικονομικό πεδίο, η ακροδεξιά εμφανίζεται φιλολαϊκή, καταγγέλλοντας τις εγχώριες και παγκόσμιες οικονομικές ελίτ καθώς και την κοινωνική ανισότητα. Από την άλλη, υποστηρίζει τον περιορισμό ως και την ολική κατάργηση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, έτσι ώστε οι ατομικές ελευθερίες να χωρέσουν σε ένα στενό ηθικολογικό πλαίσιο που ορίζεται από ένα θρησκευτικό φονταμενταλισμό και ένα υπέρμετρο εθνικιστικό φανατισμό.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι το δίπολο "αριστερά – δεξιά" δεν σηματοδοτείται απόλυτα με βάση το αντίστοιχο “ισότητα – ελευθερία”, αφού κάθε μία από τις έννοιες αυτές εξαρτάται από ένα σύνολο παραμέτρων που διαφοροποιούν το περιεχόμενό τους ανάλογα με την πολιτική συγκυρία, έτσι ώστε αυτό να μην μπορεί να προσδιορίζεται μονοσήμαντα. Σε πρακτικό επίπεδο, η αμφισημία των συμβατικών εννοιών κάνει να μη φαίνεται τόσο απίθανη η συνταύτιση ακραίων “δεξιών” και “αριστερών” πάνω σε εθνικά ζητήματα και όχι μόνο, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται κάτω από την κοινή σημαία του ακροαριστερού και ακροδεξιού λαϊκισμού. Τα παραπάνω μας τα επιβεβαιώνουν το αντιμνημονιακό, το αντιεμβολιαστικό και, τώρα το φιλορωσικό μέτωπο.
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, παρά τις ιδεολογικές διαφορές των δύο μεγάλων κομμάτων, κάποια πράγματα φαίνεται να έγιναν ανάποδα. Έτσι η Δεξιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή έκανε κρατικοποιήσεις, π.χ. Ολυμπιακή, Εμπορική Τράπεζα, ΗΣΑΠ, Ναυπηγεία Ελευσίνας, Λιπάσματα, ενώ οι σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ, ξεκινώντας με σημαία τον πολιτικό φιλελευθερισμό, έκαψαν στην υψικάμινο τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων, αφαίρεσαν ή προσέθεσαν νέες διατάξεις στο Οικογενειακό δίκαιο, όπως τον πολιτικό γάμο, την κατάργηση της μοιχείας και της αναγραφής θρησκείας στις αστυνομικές ταυτότητες κλπ. Όμως η διάκριση “αριστερά” “δεξιά”, εξακολουθούσε να υπάρχει στη βάση συγκεκριμένων στερεοτύπων ιστορικού κυρίως χαρακτήρα και λιγότερο σε ουσιαστικές πολιτικές διαφορές. Οι διαφορές πάντως των οικονομικών πολιτικών ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας δεν δικαιολογούσαν την ένταση της μεταξύ τους λεκτικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ η ριζοσπαστική αριστερά, κινούνταν στη σφαίρα της ιδεολογικής ουτοπίας, στην ασφάλεια του αριστερισμού και άρα αδιαμφισβήτητου προοδευτισμού.
Στην πραγματικότητα, μετά την πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, η βασική ιδεολογία που επικρατούσε ως αποτέλεσμα του αχαλίνωτου λαϊκισμού του, ήταν ο κρατισμός στον οποίο επιδίδονταν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα. Η πραγματική κριτική που ασκήθηκε στον Ανδρέα για το περιβόητο «Τσοβόλα δώστα όλα» των εκλογών του 1985, δεν ήταν γιατί τόλμησε και το είπε, ήταν γιατί τελικά δεν τα έδωσε όλα.
Και μετά ήρθε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και προφανώς η προσπάθεια του ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί υπήρχε πάντοτε το παντοδύναμο “κράτος της δεξιάς”, με τις ιδιαίτερες επιδόσεις του στο πελατειακό σύστημα, αν και υπήρχαν κορυφαία, ελάχιστα πάντως μέλη της Ν.Δ της περιόδου αυτής, που βρισκόταν μακράν μπροστά από το μέσο μέτρο του αποδεκτού τότε φιλελευθερισμού όπως ο κ. Μάνος ή ο κ. Ανδριανόπουλος, η πλειοψηφία όμως των βασικών στελεχών βρισκόταν στο μεσαίωνα της λαϊκής, συντηρητικής και εθνικιστικής δεξιάς, όπως ο Έβερτ και κυρίως ο Σαμαράς.
Τι έκανε την εποχή εκείνη η αριστερά;
Η πάντα μπερδεμένη Ελληνική αριστερά, ήταν απλά πάντα απέναντι σε όλα και σε όλους.
Ανετράπη από τον Σαμαρά το 1993 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η νέα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, ξεκίνησε μια νέα εποχή με στοιχειώδη ορθολογισμό, βάζοντας οικονομικούς στόχους και ακολουθώντας μια νοικοκυρεμένη οικονομική πολιτική, με πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και συγκεκριμένη στρατηγική. Σκοπός τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, ένταξη της Ελλάδας στο €. Τότε το κύριο επιχείρημα της αριστεράς, για την περίοδο αυτή, (κατόρθωσε μάλιστα να το επιβάλει στην κοινή γνώμη), ήταν ότι η κυβέρνηση Σημίτη, δεν ήταν πατριωτική και κυρίως δεν ήταν αριστερή όσο έπρεπε, φαίνεται ότι στην αριστερά, εκτός από το ηθικό πλεονέκτημα έχουν στο χέρι και μετρούν την αριστεροσίνη των άλλων, με το “αριστερόμετρο”.
Η μπερδεμένη Ελληνική αριστερά, δεν είδε ποτέ την οικονομική ανάκαμψη. Δεν είδε ποτέ την υλοποίηση του στόχου της ένταξης μας στη ΟΝΕ. Δεν είδε ποτέ την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων αντίθετα, ήταν πολέμιος όλων αυτών.
Η μπερδεμένη Ελληνική Αριστερά, δεν κατάλαβε ποτέ την ανάγκη του αστικού εκσυγχρονισμού, και πόσο τελικά αριστερή πολιτική ήταν αυτή, σε μια χώρα όπου κυριαρχούσε η οικονομική ολιγαρχία.
Δεν κατάλαβε ποτέ την ουσία της δημιουργίας μιας δυνατής αστικής τάξης πριν από οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια αναδιανομής του εισοδήματος.
Δεν κατάλαβε ποτέ ότι η ανομία, ευνοεί τελικά τους ισχυρούς.
Αντίθετα ένα κράτος που αδυνατεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς με θεσμούς αποτελεσματικούς, είναι η χαρά του αριστερού, παραβλέποντας ότι ένα κράτος μπάχαλο είναι τεράστιο βάρος για τις ασθενέστερες τάξεις, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί η αριστερά .
Όλα αυτά, προφανώς επηρέασαν αργότερα, μετά τον Σημίτη και τον νεώτερο Καραμανλή, ο οποίος επαγγελλόμενος την επανίδρυση του κράτους και δείχνοντας ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην ριζοσπαστική αριστερά και στον ηγέτη της, αφέθηκε και δεν έκανε τίποτα.
Η πενταετία Καραμανλή, δεν έριξε απλά την Ελλάδα στα βράχια, αλλά συνέτεινε στην αποδιοργάνωση του κράτους. Διαμόρφωσε μια κοινωνία ανομίας και ήσσονος προσπάθειας, όπως άλλωστε έκανε καταφανώς και ο ίδιος. Η αδράνεια στις λεηλασίες και καταστροφές των καταστημάτων του κέντρου της Αθήνας, τον Δεκέμβρη 2008, η αδυναμία αντιμετώπισης των πυρκαγιών το 2007, η πλήρης απουσία μεταναστευτική πολιτικής, ήταν ίσως τα κύρια συστατικά στοιχεία που γέννησαν τη Χρυσή Αυγή και την γέννησαν πολύ πριν την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.
Η οικονομική κρίση από το 2009 και μετά και κυρίως ο τρόπος αντιμετώπισής της αρχικά από τη ΝΔ με τα τρία απανωτά Ζάππεια του ανεκδιήγητου Σαμαρά, αλλά κυρίως από το λεγόμενο λαϊκό αντιμνημονιακό μέτωπο, της μπερδεμένης αριστεράς, τότε που χιλιάδες οπαδοί της με το σύνθημα “να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή” ξημεροβραδιάζονταν στο Σύνταγμα, οδήγησαν όχι στην δημιουργία αλλά στην αύξηση των δυνάμεων της Χρυσής Αυγής.
Μετά ήρθε στην εξουσία η μπερδεμένη ριζοσπαστική αριστερά που όταν η Χρυσή Αυγή ψήφιζε κάτι που την στήριζε, έστω και εμμέσως, δεν δίσταζε να την αγκαλιάζει.
Δεν δίστασε να κάνει πολλές κολοτούμπες προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Δεν δίστασε να σχεδιάσει τον έλεγχο του κράτους.
Τώρα όμως, που το βασικό της ιδεολόγημα περί του ηθικού πλεονεκτήματος της, μπάζει από παντού, δημιουργείται το πλαίσιο για την εφαρμογή του γνωστού “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Βλέποντας ο φυσικός και κύριος ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς, την τοξική ακραία πολιτική του κύριου ανταγωνιστή του Ν. Ανδρουλάκη, έβγαλε την λεοντή και θέλοντας να καταδείξει την ωριμότητα και τις ειρηνικές πλέον προθέσεις του, φόρεσε προβιά και με τον Καβάφη και την ποίησή του ανά χείρας, ετοιμάζεται να προσέλθει, εν όψη εκλογών, στο πολιτικό παζάρι ελπίζοντας να πείσει τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ ότι έχει αλλάξει, έχει γίνει κεντροαριστερός.
Στόχος του αυτή την φορά δεν είναι η διάλυση της χώρας, αλλά του ΠΑΣΟΚ, η επανάληψη μιας νέας πολιτικής στρέβλωσης με ψέματα και απατηλές υποσχέσεις, όπως τότε, το 2015.
Η αριστερή ιδεολογία στην Ελλάδα από την εποχή ακόμη του εμφυλίου κυριαρχείται από μύθους και η Ελληνική κοινωνία που έβλεπε πάντοτε ιστορικά την αριστερά σαν μια ηθική ομάδα κάποιων καλών ανθρώπων με μια ιδεολογία όμως δύσκολη να εφαρμοστεί, έρεπε πάντα να πιστεύει εύκολα οποιονδήποτε του έταζε αριστερή εφαρμόσιμη πολιτική και προς επίρρωση όλων αυτών αρκεί να βάλουμε στο μυαλό μας ότι όταν το ΠΑΣΟΚ έπαψε να είναι απλά αριστερό και έγινε πραγματικά προοδευτικό μεταρρυθμιστικό και κυρίως ρεαλιστικό κόμμα, διατηρώντας πάντως μέρος των παθογενειών του, έχασε το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των ψηφοφόρων του.
Ακόμη και σήμερα είναι πολλοί εκείνοι στη λεγόμενη κεντροαριστερά που έλκονται από μια πολιτική “αριστερής προοδευτικής κατεύθυνσης”, ενάντια στον “νεοφιλελευθερισμό” χωρίς όμως να μπορούν να προσδιορίσουν τι ακριβώς θέλουν, μια και για τον “νεοφιλελευθερισμό” δεν υπάρχει ούτε η έννοια, ούτε ο ορισμός, ούτε η πρακτική του εφαρμογή στην Ελλάδα.
Είμαστε ίσως η μοναδική Σοβιετική Δημοκρατία που δεν κατέρρευσε το 1989 και με βάση το επίπεδο του κρατισμού και του συντεχνιασμού συνεχίζουμε να ζούμε σε μια τέτοια χώρα, ως τις ημέρες μας.
Πως μπορούμε σαν λαός να βάλουμε πλάτη και να βοηθήσουμε να ξεμπερδευτεί η αριστερά για το καλό της Ελλάδας και όλων μας;
Δύσκολο όσο στη χώρα μας επικρατούν τα ταμπού.
Όσο είναι ολοζώντανος και θελκτικός ο μύθος περί της φορολογίας των Εφοπλιστών.
Όσο περιμένουμε, όπως έλεγε και ο Λαφαζάνης, να κάνουμε ντου στις κακές Τράπεζες, να τους τα πάρουμε και μετά να τις .... κλείσουμε.
Ίσως πιο εύκολο θα ήταν αν επικρατήσει πρώτα μια ήπια μεταρρυθμιστική πολιτική, προτείνοντας μέτρα που μοιάζουν αυτονόητα, δυστυχώς όμως ισχυρά συντεχνιακά και πολιτικά συμφέροντα, (κάνοντας χρήση της δήθεν αριστερής ιδεολογίας) δεν θα αφήσουν να συμβεί, γιατί κάποιοι παριστάνοντας τους ιδεολόγους δεν θα τα θεωρούν αριστερά.
Γιατί δεν είναι αριστερό άραγε να πωλούνται τα φάρμακα κοινής χρήσης, αυτά που παίρνουμε ελεύθερα χωρίς συνταγή, στα super markets, εφόσον θα μειωθεί η τιμή τους και θα ωφεληθούν οι φτωχότεροι;
Γιατί δεν είναι αριστερό να ιδρυθούν μη κρατικά πανεπιστήμια, ώστε να πάψει η αιμορραγία συχνά φτωχών οικογενειών στα ξένα;
Γιατί δεν είναι αριστερό η εξάλειψη της γραφειοκρατίας, της πολυνομίας, με την παραχώρηση, με αυστηρούς κανόνες, σε ιδιώτες οποιουδήποτε έργου ή υπηρεσία του κράτους, όπως έγινε με τα ΚΤΕΟ, ώστε να μην ταλαιπωρείται ο κόσμος;
Γιατί δεν είναι αριστερό η προστασία των πανεπιστημίων και η διατήρηση των κτιρίων τους σε άριστη κατάσταση όπως είναι σε όλον τον κόσμο;
Γιατί δεν είναι αριστερό η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας από ιδιώτες, όταν το κράτος αδυνατεί να πράξει το οτιδήποτε για αυτήν;
Γιατί…γιατί…