Το ποίημα είναι αποτύπωμα της ζωής των
παιδιών κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, μια βάναυση στρατιωτική κατοχή που άφησε πολλές
ανοιχτές πληγές και σημάδια στην ψυχή και στο σώμα των Ελλήνων.
Μέσα από τον στίχο “Έβγαζα από τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι σου έριχνα στα
μάτια να πονάς” αναδύεται ένας αθώος παιδικός ερωτισμός που μόνο ένας
αυθεντικός Έλληνας ποιητής, όπως ο Λευτέρης,
θα μπορούσε να τον αποτυπώσει με αυτόν τον τρόπο. Άλλωστε δεν μπορείς να
γράψεις ερωτικό στίχο αν δεν αποζητάς τον έρωτα κι αν δεν έχει φτιαχτεί η ψυχή
σου και το σώμα σου με αληθινά ερωτικά υλικά.
Ηρωίδα του ποιήματος είναι η Αργυρώ, ένα
αγοροκόριτσο που ήταν ο αρχηγός της αλητοπαρέας της πλατείας Κυριακού, που
αργότερα ονομάστηκε, προς τιμήν της βασίλισσας της Αγγλίας, πλατεία Βικτωρίας
αλλά οι παλιότεροι και ιδιαίτερα οι αριστεροί, την μνημονεύουν ακόμα και σήμερα
με το παλιό της όνομα. Η Αργυρώ, όπως έχει αφηγηθεί ο Λευτέρης
Παπαδόπουλος, ήταν ένα άσχημο κορίτσι, κατουρούσε όρθια, φορούσε κοντό
παντελόνι, έβριζε, έκλεβε, ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμη για καβγά και θύμωνε πολύ
όταν την φώναζαν με το παρατσούκλι που της είχαν βγάλει τα παιδία «Καγκουρό».
Η μάνα της ήταν η κυρά - Μελέταινα μια αδύνατη και καμπουριασμένη γυναίκα, που
είχε ανοίξει ένα καφενεδάκι στην Αριστοτέλους και έψηνε καφέδες, μισοτιμής, για τους εργαζόμενους που πήγαιναν με τα πόδια να πιάσουν
δουλειά στην Βαρβάκειο αγορά. Αφεντικό στο μαγαζί ήταν ο γιος της ο Σπύρος ο “Μανιαμούνιας”,
ένας αδύνατος κακοντυμένος, με περιποιημένη όμως χωρίστρα και με ένα και εξήντα
μπόι. Το μυαλό του δεν έκοβε πολύ και έκανε πάντα λάθος στα ρέστα και όταν
παρίστανε τον νταή στην αδελφή του, η Αργυρώ τον πλάκωνε στις γρήγορες και του
έλεγε “μούγκα Μανιαμούνια”.
Με τον καιρό και καθώς πλησίαζε το τέλος της κατοχής, η Αργυρώ θα ντυθεί αγόρι,
θα βγάλει ένα κασελάκι και θα γυαλίζει παπούτσια, ιδίως των Ιταλών στρατιωτών,
που σαν φιγουρατζήδες, ήθελαν να είναι περιποιημένοι. Μια μέρα διασχίζοντας
κάθετα τη Δεριγνύ δεν πρόσεξε και την παρέσυρε ένα καμιόνι που οδηγούσε ένας
Αυστριακός φαντάρος, το αποτέλεσμα ήταν να
σπάσει χέρια και πόδια. Ο
Αυστριακός την πήρε στην αγκαλιά του, την πήγε στο νοσοκομείο και εκεί αποκαλύφθηκε
ότι ο λουστράκος δεν ήταν αγοράκι ήταν … κοριτσάκι. Ο Αυστριακός συγκινήθηκε
πολύ και με τα πολλά τη γιάτρεψε. Μετά τον πόλεμο μάλιστα της έστελνε χρήματα για
να μπορέσει να σπουδάσει.
Η Αργυρώ έγινε καλά, μεγάλωσε, παντρεύτηκε,
μα τα μαρτυρικά χρόνια που πέρασε σαν παιδί, της είχαν αφήσει πληγές όχι μόνο
στο σώμα της αλλά και στην ψυχή της, έτσι αργότερα η Αργυρώ χτυπήθηκε και από μια
άλλη αρρώστια, από αυτή που δεν σε στέλνει στο νοσοκομείο, σε οδηγεί ντουγρού
στο Δαφνί, εκεί έστειλε η αρρώστια αυτή την Αργυρώ, όπου μετά μερικά χρόνια πέθανε.
Η Αργυρώ δεν είχε την τύχη της Ελένης, δεν
έγινε για αυτήν κάποιος πόλεμος, δεν ασχολήθηκαν με αυτήν ζωγράφοι, γλύπτες, ιστορικοί,
σκηνοθέτες, ηθοποιοί, δεν ήταν άλλωστε ωραία και στην εποχή της δεν υπήρχε ο
Όμηρος. Έστω όμως υπήρξε και έγραψε για αυτήν, για τα παθήματα της και την εποχή της ένας σύγχρονός
της Έλλην ποιητής, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και αυτό φτάνει, με τους στίχους του
δεν θα ξεχαστούν ποτέ όσα τράβηξε η Αργυρώ και όλα τα παιδία της εποχής της.
Αυτή είναι η ιστορία του ποιήματος η “Αργυρώ
της οδού Αριστοτέλους”.
Το ποίημα θα μελοποιηθεί από τον Σπανό και όταν το τραγούδι συμφωνήθηκε από τους δύο δημιουργούς του να κυκλοφορήσει σε δίσκο, ο Σπανός ήθελε να το πει ο Πάριος που ήταν ήδη φίρμα και επέμενε σε αυτό, αλλά ο Λευτέρης ήθελε να το πει η Χαρούλα. Έγινε και ένας μικροκαβγάς και τελικά σε αυτή τη διαφωνία την λύση την έδωσε ο Πάριος που είπε : “Αφού ο Λευτέρης προτιμά τη Χαρούλα, ας το πει η Χαρούλα”. Τελικά το τραγούδησε η Χαρούλα και έκανε πάταγο. Η Χαρούλα θα πει μετά μερικά χρόνια “Από αυτό το τραγούδι κατάλαβα ότι έγινα τραγουδίστρια».
Υ.Γ. Είναι ένα τραγούδι που συγκινεί ακόμα και σήμερα και
που τραγουδιέται σε όλες τις συνοικιακές ταβέρνες της Αθήνας και του Πειραιά, απ’
όλες τις παρέες και από όλες τις ηλικίες σκορπώντας απέραντη τρυφερότητα και
νοσταλγία, συνοδεύεται όμως και από ένα ερώτημα : “Γιατί δεν γράφονται και
σήμερα μεγάλα τραγούδια όπως κάποτε;”.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου