Κυριακή 23 Ιουνίου 2024
Τότε που οι Έλληνες δεν ξυλοφόρτωναν τις γυναίκες, αλλά έκαναν πόλεμο για αυτές…..
Πριν από πολλά χρόνια, τότε που στον Όλυµπο κατοικούσαν οι δώδεκα θεοί των Ελλήνων, ο Δίας αποφάσισε να παντρέψει τον Πηλέα, βασιλιά της Φθίας µε µια θαλασσινή νεράιδα, τη Θέτιδα, την κόρη του Νηρέα.
Ομήρου Ιλιάς Η`, 400. – 482.
Διομήδης: “Σύντροφοι άξιοι Αχαιοί δεν θα δεχτούμε τίποτα από
τους ετοιμόρροπους αντιπάλους μας. Ούτε θησαυρούς, ούτε και την Ελένη. Η κακή
ώρα των Τρώων έφτασε. Βαδίζουν στον όλεθρο. Τίποτα πια δεν τους σώζει”. Οι
Αχαιοί επευφήμησαν με ζωηρές κραυγές τα λόγια του βασιλιά του Άργους Διομήδη. Ο Αγαμέμνων
είπε στον Ιδαίο, τον απεσταλμένο κήρυκα των Τρώων. “ Άκουσες Ιδαίε, με όσα είπε ο Διομήδης
συμφωνώ κι εγώ. Όμως σωστό είναι να κάνουμε μια μικρή ανακωχή προς χάριν των
νεκρών. Όρκο δίνουμε γι` αυτό και μάρτυς μας ο Δίας ο σύζυγος της Ήρας”. Σήκωσε
το βασιλικό του σκήπτρο στον ουρανό προς επιβεβαίωση των όσων είπε. Ο Ιδαίος
επέστρεψε στην Τροία και βρήκε τους αρχηγούς μαζεμένους να τον περιμένουν.
Εκείνος τους είπε τις αποφάσεις των Αχαιών. Αμέσως έσπευσαν άλλοι να φέρουν
τους νεκρούς κι άλλοι να φέρουν ξύλα για την καύση τους. Τα ίδια έπραξαν κι οι
Αχαιοί. Σε λίγες ώρες είχαν τελειώσει οι δυο στρατοί το θλιβερό καθήκον της
καύσης των νεκρών που τους γέμισε θλίψη και σπαραγμό για τους χαμένους τους
συντρόφους. Μόλις χάραξε η αυγούλα την επομένη μέρα οι Αργείοι μαζεύτηκαν γύρω
από την νεκρική στάχτη και ετοίμασαν έναν μεγάλο κοινό τάφο για όλους τους
νεκρούς. Γύρω από τον τάφο έκτισαν τείχη με πύργους και πύλες για την προστασία
του στρατού αλλά και των πλοίων. Στο τέλος έσκαψαν μεγάλο και βαθύ
χαντάκι γύρω από τα τείχη κι έμπηξαν παλούκια στις πλαγιές του. Οι
αθάνατοι θεοί κάθονταν όλοι δίπλα στον κεραυνοφόρο Δία και θαύμαζαν τα έργα των
Αχαιών και την ταχύτητα και ακρίβεια της εκτέλεσης τους.Ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας
πρώτος μίλησε κι είπε: "Πατέρα Δία, εις τη γη την άπειρα μεγάλη κανείς θνητός
δεν θα βρεθεί τη γνώμη μας να πάρει. Όλοι μας παρακάμπτουνε, ξέχασαν τους θεούς
τους. Κοιτάξτε τους, τους Αχαιούς που κτίσανε τα τείχη και δεν προσφέρανε
για μας μια ιερή θυσία. Και όμως αν νικήσουνε θα δοξαστούνε όλοι, μαζί μ`
αυτούς και το κάστρο που χτίζουν όλη μέρα. Αυτό που εγώ μαστόρεψα μαζί με τον
Λοξία το τείχος το απόρθητο της Τροίας της σπουδαίας, αυτό θα το γκρεμίσουνε οι νικητές Αργείοι. Μα
είναι πράγματα αυτά να μένουνε τα έργα των λιγοζώητων θνητών κι όχι των
αθανάτων;". Ο Δίας του απάντησε κι έδειχνε θυμωμένος "Ω Ποσειδώνα αδελφέ
τι λόγια ξεστομίζεις; Ποιος θα συγκρίνει τους θνητούς με σένα τον σπουδαίο που
`σαι δικός μου αδελφός κι ορίζεις τα πελάγη; Θα φέγγει πάντα η δόξα
σου ως που απλώνει η μέρα. Όταν θα φύγουν νικητές οι μακρυμάλληδες Αχαιοί
από την Τροία άφησε τον θυμό σου να ξεσπάσει και αφάνισε το κάστρο που
έφτιαξαν, χωρίς να μας ρωτήσουν, με τη δύναμη των κυμάτων της θάλασσας που
εξουσιάζεις. Θα πάψει να υπάρχει πια στη θάλασσα θα πάει και θα το φάει
ολόκληρο το μαύρο σου το κύμα". Όταν
νύχτωσε οι Αχαιοί τέλειωσαν με το κάστρο τους, σφάξανε βόδια και φάγανε και
χάρηκαν κρασί από τη Λήμνο που τους έστελνε ο γιος του Ιάσονα και της Υψιπύλης,
ο Εύνηος. Ξεχωριστά έστελνε κρασί ο Εύνηος στα αδέλφια Αγαμέμνονα και Μενέλαο,
χίλια σωστά λαγίνια. Ο Δίας τους θύμισε με δυνατές βροντές και αστραπές
ότι πρέπει να έχουν μέτρο και φόβο θεού και έτσι ο καθένας πριν απολαύσει το
Λημνιώτικο κρασί έκανε χοή στη γη προς τιμήν του Αφέντη Δία. Μετά το φαγοπότι
όλοι πήγαν για ύπνο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου