Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

ΑΣΠΙΔΑ ΑΝΟΣΙΑΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ;

Ενθαρρυντικά στοιχεία για την «ασπίδα ανοσίας» κατά του κορονοϊού που δημιουργούν τα εμβόλια mRN προκύπτουν από αμερικανική επιστημονική έρευνα που δημοσιεύει το περιοδικό Nature * 

Πρόκειται για τα δύο εμβόλια, της Pfizer/BioNTech με έδρα την New York USA το ένα  και της Moderna με έδρα την Massachusetts USA το δεύτερο.

Με βάση την έρευνα αυτή, τα εμβόλια τεχνολογίας mRNA προκαλούν μια “ανθεκτική ανοσολογική απόκριση στον οργανισμό” που είναι πιθανό να προσφέρει προστασία κατά του κορονοϊού για χρονικό διάστημα δύο χρόνων τουλάχιστον ή ενδεχομένως ακόμη και για μια ολόκληρη ζωή. 

Τα ευρήματα της νέας μελέτης έρχονται να προστεθούν σε άλλα, πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που “έχουν ανοσοποιηθεί με τα εμβόλια mRNA ίσως να μην χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις¨. Προϋπόθεση γι αυτό είναι ο ιός και τα παραλλαγμένα στελέχη του να μην εξελιχθούν πολύ περισσότερο από τις τωρινές μορφές τους, κάτι που δεν μπορεί κανείς επιστήμων να εγγυηθεί. 

Με βάση την ίδια έρευνα, όσοι είχαν αναρρώσει από Covid και μετά εμβολιάστηκαν, είναι πιθανό να μην χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις ακόμη και αν εμφανιστεί κάποια σημαντική παραλλαγή του ιού. «Είναι καλό σημάδι το πόσο ανθεκτική είναι η ανοσία που χτίζεται από αυτό το εμβόλιο», δήλωσε ο Ali Ellebedy, καθηγητής ανοσολογίας στο St. Louis University που δημοσιεύτηκε στους New York Times. 

Η μελέτη δεν συμπεριέλαβε το εμβόλιο που ανέπτυξε η εταιρεία Johnson & Johnson, αλλά ο δρ. Ali Ellebedy εκτιμά πως η ανοσολογική απόκριση που προκαλεί το εν λόγω σκεύασμα θα είναι λιγότερο ισχυρή σε βάθος χρόνου σε σχέση με εκείνη που επιφέρουν τα εμβόλια mRNA

Ισχυρά τα “κύτταρα μνήμης Β” 

Τον προηγούμενο μήνα, ο δρ. Ali Ellebedy και η ομάδα του παρατήρησαν ότι σε όσους είχαν περάσει Covid, τα “ανοσοκύτταρα” που αναγνωρίζουν τον ιό παρέμειναν στον μυελό των οστών για τουλάχιστον οκτώ μήνες μετά τη μόλυνση. Επιπλέον, μελέτη άλλης ομάδας ειδικών έδειξε ότι τα λεγόμενα “κύτταρα μνήμης Β” εξακολουθούσαν να ωριμάζουν και να ισχυροποιούνται για τουλάχιστον ένα χρόνο μετά τη μόλυνση. Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι επιστήμονες προχώρησαν στην υπόθεση ότι η ανοσία μπορεί να διαρκέσει για χρόνια, ίσως και για μια ολόκληρη ζωή, σε άτομα που μολύνθηκαν και ύστερα εμβολιάστηκαν. 

Παραμένει, ωστόσο, ασαφές αν ο εμβολιασμός μπορεί από μόνος του (δηλ. χωρίς να έχει προϋπάρξει νόσηση) να επιτύχει μια τόσο μακροχρόνια επίδραση. Το μέλλον θα δείξει.........

Μετά από μόλυνση ή εμβολιασμό, μια εξειδικευμένη δομή που ονομάζεται "βλαστικό κέντρο", σχηματίζεται στους λεμφαδένες. Πως λειτουργεί το “βλαστικό κέντρο”;  Πρόκειται για μια «ελίτ» κατηγορία με διάφορα είδη Β κυττάρων. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία τους και όσο περισσότερο καιρό λειτουργούν μέσα στον οργανισμό αυτά τα κύτταρα, τόσο μεγαλύτερη και η πιθανότητα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν νέα παραλλαγμένα στελέχη του ιού που ίσως εμφανιστούν. Μετά από μόλυνση με τον κορονοϊό, το "βλαστικό κέντρο" σχηματίζεται μέσα στους πνεύμονες. Μετά τον εμβολιασμό όμως, η «εκπαίδευση» των κυττάρων λαμβάνει χώρα σε λεμφαδένες που βρίσκονται στις μασχάλες και είναι πιο προσβάσιμοι στους ερευνητές. Η ομάδα του δρ. Ali Ellebedy βρήκε ότι 15 εβδομάδες μετά από την πρώτη δόση του εμβολίου, το βλαστικό κέντρο ήταν ακόμη πολύ ενεργό και στους 14 συμμετέχοντες στην έρευνα, και πως ο αριθμός των κυττάρων μνήμης που αναγνώριζαν τον κορονοϊό, δεν είχε μειωθεί. «Το γεγονός ότι οι αντιδράσεις αυτές συνεχίζονταν για περίπου τέσσερις μήνες μετά τον εμβολιασμό είναι ένα πάρα, πάρα πολύ καλό σημάδι», δήλωσε ο δρ. Ali Ellebedy. 

Τα βλαστικά κέντρα φτάνουν στην κορύφωση της λειτουργίας τους μία ή δύο εβδομάδες μετά την ανοσοποίηση και στη συνέχεια φθίνουν. «Συνήθως, μετά από τέσσερις με έξι εβδομάδες, δεν έχει μείνει κάτι», δήλωσε ο δρ. Dipta Batatsaria, ανοσολόγος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα. «Όμως, τα βλαστικά κέντρα που διαμορφώνονται από τα εμβόλιο mRNA εξακολουθούν να λειτουργούν, για μήνες, και δεν παρατηρείται μεγάλη μείωση στους περισσότερους ανθρώπους». 

Ποιοι μπορεί να χρειαστούν ενισχυτική δόση ; 

Ο δρ. Dipta Batatsaria σημείωσε επίσης ότι τα περισσότερα από όσα γνωρίζουν οι επιστήμονες σχετικά με την ανθεκτικότητα της λειτουργίας των βλαστικών κέντρων, βασίζονται σε έρευνες που έχουν γίνει σε ζώα. Η νέα μελέτη που έγινε σε εθελοντές, είναι η πρώτη που δείχνει τι ισχύει για τους ανθρώπους μετά τον εμβολιασμό. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εμβολιασμένων προστατεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον ενάντια και στα ήδη υπάρχοντα παραλλαγμένα στελέχη του ιού . 

Ωστόσο, οι ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας, οι άνθρωποι με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα και εκείνοι που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, ίσως χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις. 

Αντίθετα, όσοι νόσησαν από Covid και αργότερα εμβολιάστηκαν ίσως να μην τις χρειαστούν καθόλου. 

Το ακριβές διάστημα που θα ισχύει η προστασία που παρέχουν τα εμβόλια mRNA είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν παραλλαγμένα στελέχη που να επηρεάζουν την ανοσοποίηση, η ανοσία θα μπορούσε θεωρητικά να κρατήσει για μια ζωή, σύμφωνα με τους ειδικούς. 

Οι μη ειδικοί όμως, που γνωρίζουν πως ο ιός αυτός εξελίσσεται συνεχώς, τι να συμπεράνουν ; 

Ασυνήθιστη προστασία 

Ας δούμε όμως βήμα-βήμα τη μελέτη που οδήγησε σε αυτές τις αισιόδοξες επιστημονικές δηλώσεις. Κατ’ αρχάς πρέπει να αναφέρουμε ότι τα αντισώματα είναι μόρια του ανοσοποιητικού μας συστήματος που έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν ξένα μόρια, τους ξένους "ειβολείς", τα λεγόμενα “αντιγόνα”, και να προσδένονται σε αυτά, ένα από αυτά «συνελήφθη» από τον καθηγητή  Ali Ellebedy στο αίμα ενός ασθενούς που νοσηλευόταν με γρίπη στο Νοσοκομείο Barnes-Jewis στο St. Louis τον χειμώνα του 2017.

Εκείνη την περίοδο ο δρ Ellebedy ανέλυε δείγματα αίματος ασθενών με γρίπη στο πλαίσιο μιας μελέτης. Παρατήρησε σε ένα από αυτά κάτι το ασυνήθιστο: περιείχε βέβαια αντισώματα ενάντια στην “αιμοσυγκολλητίνη”, την κύρια δηλαδή πρωτεΐνη της επιφάνειας του ιού της γρίπης, αλλά περιείχε και άλλα αντισώματα τα οποία στόχευαν κάτι διαφορετικό. Δεν γνώριζε όμως τι ήταν αυτό, αφού δεν διέθετε τα κατάλληλα εργαλεία για να το διερευνήσει. Έτσι έστειλε τρία από τα αντισώματα στον καθηγητή Cramer, ο οποίος είχε όλα τα μέσα για να δώσει μια σαφή απάντηση.  

Ο καθηγητής Cramer δοκίμασε τα αντισώματα σε πολλές και διαφορετικές μορφές “νευραμινιδάσης” τις οποίες διαθέτει στο εργαστήριό του. Όπως είδε, ένα από τα τρία αντισώματα φάνηκε να μπλοκάρει τη δραστηριότητα όλων των γνωστών τύπων της πρωτεΐνης – τόσο σε στελέχη του ιού της γρίπης που προσβάλλουν τους ανθρώπους, όσο και σε στελέχη που προσβάλλουν χοίρους και πτηνά. «Το εύρος δράσης των αντισωμάτων μάς εξέπληξε. 

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι τα αντισώματα ενάντια στη “νευραμινιδάση” μπορούν να έχουν ευρεία δράση σε ένα μόνο στέλεχος, όπως για παράδειγμα το Η1Ν1, ωστόσο ήταν ανήκουστο να υπάρχει αντίσωμα με ισχυρή δράση σε διαφορετικά στελέχη του ιού της γρίπης. 

-"Στην αρχή δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε – κυρίως την ικανότητα των αντισωμάτων να είναι αποτελεσματικά τόσο ενάντια σε υπότυπους του ιού της γρίπης Α όσο και σε υπότυπους της γρίπης Β".  Οταν οι ερευνητές κατάλαβαν τη δυναμική που φαινόταν να έχουν αυτά τα αντισώματα, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε πειράματα σε ζώα. Έτσι τα χορήγησαν σε ποντίκια τα οποία είχαν προηγουμένως λάβει μια θανατηφόρα δόση ιού της γρίπης. Όπως προέκυψε, και τα τρία αντισώματα ήταν αποτελεσματικά ενάντια σε πολλά στελέχη του ιού και μάλιστα ένα από αυτά, το «1G01», φάνηκε ότι μπορούσε να προστατεύσει τα ζώα ενάντια και στα 12 στελέχη του ιού που δοκιμάστηκαν (τρεις ομάδες στελεχών που πλήττουν τους ανθρώπους καθώς και στελέχη της γρίπης των πτηνών και των χοίρων). Ηταν μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα πειραματόζωα επιβίωσαν ακόμη και όταν το αντίσωμα χορηγήθηκε 72 ώρες μετά τη μόλυνση με τον ιό, γεγονός που μαρτυρεί ότι το «1G01» μπορεί να προσφέρει με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: τόσο πρόληψη μέσω της ανάπτυξης εμβολίου όσο και θεραπεία, όπως σε ασθενείς που νοσηλεύονται με γρίπη σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και για τους οποίους έχει παρέλθει το χρονικό «παράθυρο» ώστε να λάβουν τη σημερινή διαδεδομένη θεραπεία, την οσελταμιβίρη, (η οποία  προκειμένου να είναι αποτελεσματική, πρέπει να χορηγείται μέσα στις πρώτες 24 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων). «Τα αντισώματα που ανακαλύψαμε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για την ανάπτυξη θεραπειών. Αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε σε διαδικασία περαιτέρω μελέτης τους καθώς και βελτίωσής τους ώστε να γίνουν πιο αποτελεσματικά. Πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αντιιικές θεραπείες για τη γρίπη» μας είπε σχετικά ο καθηγητής Cramer. 

* Το Nature είναι αγγλικό επιστημονικό περιοδικό, από τα εγκυρότερα του πλανήτη, εκδόθηκε για πρώτη φορά στις 4 Νοεμβρίου 1869. Θεωρείται ως το γνωστότερο επιστημονικό περιοδικό στον κόσμο με συντελεστή επιρροής στο 42.778, ενώ έχει καθιερωθεί ως ένα από τα κορυφαία ακαδημαϊκά περιοδικά στον κόσμο  

Δεν υπάρχουν σχόλια: